Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας (cervical cancer) είναι μία από τις συχνότερες γυναικολογικές κακοήθειες παγκοσμίως, ωστόσο αποτελεί ταυτόχρονα και την πιο προλήψιμη μορφή καρκίνου του γυναικείου γεννητικού συστήματος. Σχεδόν το σύνολο των περιπτώσεων συνδέεται με επίμονη λοίμωξη από υψηλού κινδύνου στελέχη του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), γεγονός που έχει οδηγήσει σε αποτελεσματικά εργαλεία πρόληψης, τόσο μέσω εμβολιασμού όσο και μέσω προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου.

ℹ️ Με μια ματιά

Ο καρκίνος του τραχήλου αναπτύσσεται σταδιακά, ακολουθώντας μια μακρά πορεία από προκαρκινικές αλλοιώσεις έως διηθητική νόσο, διαδρομή που συνήθως διαρκεί πολλά χρόνια. Αυτό τον καθιστά ιδανικό στόχο για πρόληψη και πρώιμη διάγνωση. Σχεδόν το 99% των περιπτώσεων σχετίζεται με HPV, ενώ ο εμβολιασμός και ο τακτικός έλεγχος (Pap test, HPV DNA test) μπορούν να μειώσουν δραστικά την επίπτωση. Η θεραπεία εξατομικεύεται με βάση το στάδιο, τον ιστολογικό τύπο και την επιθυμία τεκνοποίησης της ασθενούς.

⚠️ Μη φυσιολογικό Pap test ή ύποπτα συμπτώματα;

Κάθε μη φυσιολογικό αποτέλεσμα κυτταρολογικής εξέτασης ή θετικό HPV DNA test χρειάζεται στοχευμένη διερεύνηση. Αντίστοιχα, συμπτώματα όπως μεταιμορροϊκή αιμόρροια, δυσοσμία ή παρατεταμένα κολπικά υγρά δεν πρέπει να αγνοούνται, ακόμη και σε νέες γυναίκες.

Ο ρόλος του HPV

Η λοίμωξη από HPV είναι εξαιρετικά συχνή και στις περισσότερες περιπτώσεις υποχωρεί αυτόματα μέσα σε 1 με 2 χρόνια. Όταν όμως η λοίμωξη από υψηλού κινδύνου στελέχη (κυρίως HPV 16 και 18, αλλά και 31, 33, 45, 52, 58) γίνει επίμονη, μπορεί να προκαλέσει προκαρκινικές αλλοιώσεις στα επιθηλιακά κύτταρα του τραχήλου και σταδιακά διηθητικό καρκίνο. Οι τύποι HPV 16 και 18 ευθύνονται για περίπου το 70% των περιπτώσεων καρκίνου τραχήλου παγκοσμίως.

Τύποι καρκίνου τραχήλου

Το πλακώδες καρκίνωμα αποτελεί περίπου το 70–75% των περιπτώσεων και αναπτύσσεται από το πλακώδες επιθήλιο του εξωτραχήλου. Το αδενοκαρκίνωμα αντιπροσωπεύει περίπου το 20–25%, προέρχεται από τους αδένες του ενδοτραχήλου και έχει αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια, ιδίως σε νεότερες γυναίκες. Σπανιότεροι τύποι περιλαμβάνουν αδενοπλακώδη, νευροενδοκρινικά και άλλα σπάνια καρκινώματα, που έχουν συνήθως πιο επιθετική συμπεριφορά και απαιτούν εξειδικευμένη προσέγγιση.

Παράγοντες κινδύνου

Ο βασικός παράγοντας είναι η επίμονη λοίμωξη από HPV υψηλού κινδύνου. Συμπληρωματικοί παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο περιλαμβάνουν:

  • Κάπνισμα
  • Ανοσοκαταστολή (HIV, μεταμόσχευση, ανοσοκατασταλτική αγωγή)
  • Πρώιμη έναρξη σεξουαλικής δραστηριότητας και πολλαπλοί σύντροφοι
  • Συνυπάρχουσες σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις
  • Απουσία ή πλημμελής συμμετοχή σε προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου

Συμπτώματα

Στα αρχικά στάδια, ο καρκίνος του τραχήλου είναι συνήθως ασυμπτωματικός και εντοπίζεται κατά τον προληπτικό έλεγχο. Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, τα πιο τυπικά είναι η μεταιμορροϊκή αιμόρροια (αιμόρροια μετά από σεξουαλική επαφή), η μεσοεμμηνορροϊκή ή μετεμμηνοπαυσιακή αιμόρροια, τα επίμονα ή δύσοσμα κολπικά υγρά και ο πυελικός πόνος.

Σε πιο προχωρημένη νόσο, μπορεί να εμφανιστούν πόνος στην οσφύ ή στα κάτω άκρα, συμπτώματα από το ουροποιητικό ή το έντερο λόγω πίεσης γειτονικών οργάνων, λεμφοίδημα κάτω άκρων και γενική καταβολή με απώλεια βάρους.

Πότε χρειάζεται άμεση αξιολόγηση

Έγκαιρη γυναικολογική εκτίμηση απαιτείται σε κάθε περίπτωση μεταιμορροϊκής ή μετεμμηνοπαυσιακής αιμόρροιας, σε επίμονα ή δύσοσμα κολπικά υγρά, σε πυελικό πόνο που δεν υποχωρεί, ή όταν προκύπτει μη φυσιολογικό Pap test και θετικό HPV DNA test.

Διάγνωση

1) Προσυμπτωματικός έλεγχος (screening)

Σύμφωνα με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές οδηγίες, ο έλεγχος βασίζεται κυρίως στο HPV DNA test ως πρωτογενή μέθοδο ελέγχου σε γυναίκες ηλικίας 30 ετών και άνω, με ή χωρίς συνδυασμό κυτταρολογικής εξέτασης (co-testing). Σε γυναίκες 25–29 ετών, η κυτταρολογική εξέταση (Pap test) παραμένει επιλογή. Το μεσοδιάστημα μεταξύ ελέγχων κυμαίνεται από 3 έως 5 χρόνια, ανάλογα με τη μέθοδο και τα αποτελέσματα.

2) Κολποσκόπηση και βιοψία

Κάθε μη φυσιολογικό αποτέλεσμα screening οδηγεί σε κολποσκόπηση, που επιτρέπει την άμεση οπτική αξιολόγηση του τραχήλου και τη λήψη κατευθυνόμενης βιοψίας από ύποπτες περιοχές. Η ιστολογική εξέταση τεκμηριώνει τη διάγνωση και διακρίνει τις προκαρκινικές αλλοιώσεις (CIN 1, 2, 3 / HSIL) από τη διηθητική νόσο.

3) Σταδιοποίηση

Η σταδιοποίηση ακολουθεί το σύστημα FIGO 2018, το οποίο, σε αντίθεση με παλαιότερες εκδόσεις, ενσωματώνει πλέον τα απεικονιστικά και παθολογοανατομικά ευρήματα. Περιλαμβάνει MRI πυέλου για την αξιολόγηση τοπικής επέκτασης, CT θώρακος/κοιλίας ή PET-CT για τον αποκλεισμό απομακρυσμένης νόσου και λεμφαδενικής διασποράς, καθώς και κλινική εξέταση.

Αντιμετώπιση

Η θεραπευτική προσέγγιση εξατομικεύεται με βάση το στάδιο, τον ιστολογικό τύπο, την ηλικία και την επιθυμία τεκνοποίησης της ασθενούς.

Προκαρκινικές αλλοιώσεις (CIN 2/3, HSIL)

Αντιμετωπίζονται συντηρητικά με εκτομή της μετάπλασης ζώνης (LLETZ/LEEP) ή κωνοειδή εκτομή, επεμβάσεις που διατηρούν τη μήτρα και τη γονιμότητα. Η μετέπειτα παρακολούθηση είναι κρίσιμη, με επαναληπτικό HPV και κυτταρολογικό έλεγχο.

Πρώιμα στάδια (IA–IB1)

Σε πολύ πρώιμη μικροδιηθητική νόσο, μπορεί να επαρκέσει η κωνοειδής εκτομή σε γυναίκες με επιθυμία τεκνοποίησης. Σε ελαφρά μεγαλύτερες βλάβες, η ριζική τραχηλεκτομή με λεμφαδενική σταδιοποίηση αποτελεί εναλλακτική που διατηρεί τη δυνατότητα κύησης. Σε γυναίκες που έχουν ολοκληρώσει τον οικογενειακό προγραμματισμό, η ριζική υστερεκτομή με λεμφαδενική σταδιοποίηση είναι η καθιερωμένη επιλογή. Σε αυτές τις επεμβάσεις, η ανοικτή προσπέλαση υπερτερεί της ελάχιστα επεμβατικής σε ογκολογικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τα δεδομένα της μελέτης LACC, και αποτελεί την προτεινόμενη οδό για τα περισσότερα περιστατικά.

Η χαρτογράφηση φρουρού λεμφαδένα ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στις σύγχρονες οδηγίες σε επιλεγμένες περιπτώσεις πρώιμης νόσου, μειώνοντας τη νοσηρότητα της πλήρους λεμφαδενεκτομής.

Τοπικά προχωρημένη νόσος (IB3–IVA)

Η θεραπεία εκλογής είναι η χημειοακτινοθεραπεία με βάση την πλατίνη, που συνδυάζει εξωτερική ακτινοθεραπεία, ενδοκοιλοτική brachytherapy και ταυτόχρονη χορήγηση σισπλατίνης. Πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν επίσης τον ρόλο επαγωγικής χημειοθεραπείας πριν τη χημειοακτινοθεραπεία σε επιλεγμένες περιπτώσεις.

Προχωρημένη ή υποτροπιάζουσα νόσος (IVB)

Η αντιμετώπιση είναι συστηματική και περιλαμβάνει χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με bevacizumab και, πλέον, ανοσοθεραπεία (pembrolizumab) σε ασθενείς με έκφραση PD-L1, με σημαντικό όφελος επιβίωσης.

Πρόληψη

Ο καρκίνος του τραχήλου είναι από τις ελάχιστες κακοήθειες για τις οποίες υπάρχει αποτελεσματικό εμβόλιο πρόληψης. Το 9-δύναμο εμβόλιο κατά του HPV (Gardasil 9) καλύπτει τα περισσότερα υψηλού κινδύνου στελέχη και χορηγείται ιδανικά πριν την έναρξη σεξουαλικής δραστηριότητας, συνήθως σε ηλικίες 9–14 ετών. Συνιστάται επίσης σε νεαρούς ενήλικες έως 26 ετών, και σε επιλεγμένες περιπτώσεις έως 45 ετών. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει θέσει στόχο την εξάλειψη του καρκίνου τραχήλου ως πρόβλημα δημόσιας υγείας, μέσω εμβολιασμού και συστηματικού ελέγχου.

Παρακολούθηση

Μετά τη θεραπεία, η παρακολούθηση είναι πιο εντατική τα πρώτα 2 χρόνια, όταν είναι και πιο πιθανή η υποτροπή. Περιλαμβάνει τακτική κλινική και γυναικολογική εξέταση, HPV και κυτταρολογικό έλεγχο κόλπου, και απεικονιστικό έλεγχο όπου ενδείκνυται. Σημαντικό μέρος της παρακολούθησης είναι και η διαχείριση των μακροπρόθεσμων συνεπειών της θεραπείας (σεξουαλική λειτουργία, λεμφοίδημα, ορμονικές μεταβολές).

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας αποτελεί σήμερα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακοήθειας όπου η συστηματική πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η εξατομικευμένη θεραπεία μπορούν να μεταβάλουν δραματικά την πρόγνωση. Η συμμετοχή σε προγράμματα εμβολιασμού και τακτικού ελέγχου παραμένει το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για την αντιμετώπισή του.